MENU

style> #navcontainer {float:left;width:100%;background:#transpartent;line-height:normal;} ul#navlist {margin:0;padding:0;list-style-type:none;white-space:nowrap;} ul#navlist li {float:left;font:bold 13px Arial;margin:0;padding:5px 0 5px 0;background:#333;border-top:1px solid #FBBB22;border-bottom:1px solid #FBBB22;} #navlist a, #navlist a:link {margin:0;padding:5px;color:#FFF;border-right: 1px solid #FBBB22;text-decoration:none;} ul#navlist li#active {color:#FFFF00;background:#105105;} #navlist a:hover {color:#FFFF00;background:#740777;}

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ ΜΙΑ ΥΓΙΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

του Περικλή Βασιλόπουλου*
* Δημοσιογράφος, αντιπρόεδρος της Ένωσης Πολιτών για την Παρέμβαση

Μπορεί ο Δ. Δασκαλόπουλος, πρόεδρος του ΣΕΒ, να λέει ότι δεν πρέπει να υποβαθμίζουμε την βιομηχανία γιατί η βιομηχανία είναι «ο πραγματικός πρωταθλητής της εθνικής μας οικονομίας μολονότι αντιμετωπίζει σε μόνιμη βάση μια μεροληπτική δυσπραγία». Ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε μόνο από τον τουρισμό, ότι παρόλη την κρίση τα έσοδα από τις εξαγωγές των βιομηχανικών προϊόντων μεταποίησης κάθε μορφής (27 δις ευρώ) ξεπερνούν τα συνολικά έσοδα από τις εισπράξεις υπηρεσιών (τουρισμός-ναυτιλία, 24,5 δις), ότι η βιομηχανία απασχολεί το 16,6% των εργαζομένων (739.000 εργαζόμενοι) καταβάλλοντας το 17,1% των συνολικών αποδοχών, συνεισφέροντας επίσης κατά 15,5% στο ΑΕΠ περισσότερο από κάθε άλλον τομέα. Ότι σε πείσμα διαφόρων που ισχυρίζονται σχεδόν καθημερινά ότι «δεν παράγουμε τίποτα», η Ελλάδα έχει ήδη μια σημαντική βιομηχανική παράδοση που σε ορισμένους τομείς ξεπερνά τα 60-70 χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας. Μπορεί ο Χορστ Ράϊχενμπαχ, επικεφαλής της Task Force –όπως άλλωστε και ο Επίτροπος Όλι Ρεν– να δηλώνει ότι πρέπει να προστατεύσουμε ιδίως τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις που κατόρθωσαν να επιζήσουν μέχρι σήμερα και μέσα από την κρίση και να συνιστά στις τράπεζες να μην κάνουν καταχρηστικές πιέσεις, ιδίως σε αυτές τις επιχειρήσεις.

Όμως, στην πραγματική ζωή και στην πραγματική οικονομία πληθαίνουν γοργά οι ενδείξεις ότι πλησιάζουμε στα όρια του «νόμου της ζούγκλας όπου, στο πλαίσιο της γενικευμένης προσπάθειας «απομόχλευσης» (μείωσης του δανεισμού) κράτους, τραπεζών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών, οι πιο ισχυροί σπρώχνουν όλους τους υπόλοιπους στον γκρεμό χωρίς τελικά να αποφύγουν και οι ίδιοι το άλμα στο κενό. Ακόμη και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όμως, η ιστορία που ακολουθεί μού φάνηκε απίστευτη και τελικά παρανοϊκή.

Φανταστείτε λοιπόν ότι είστε ένας επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης μιας μεσαίας ελληνικής βιομηχανικής εταιρείας που είναι η μόνη που απέμεινε στον κλάδο και το παραγόμενο προϊόν του, γιατί οι δύο άλλοι ανταγωνιστές σας έκλεισαν, σταματώντας την παραγωγή, μην μπορώντας να αντέξουν την πτώση του τζίρου του κλάδου κατά 50% και τις πιέσεις των τραπεζών εξαιτίας της συνεπαγόμενης υπερχρέωσης. Τελευταίες των Μοϊκανών στην χώρα στον τομέα σας και παρόλα τα τρία χρόνια της άγριας κρίσης κατορθώνετε, παρόλα αυτά, να πληρώνετε αδιαλείπτως φόρους, ΦΠΑ, ασφαλιστικές εισφορές και το προσωπικό σας. Ήδη βρίσκεστε στο 30% των μικρομεσαίων που συνεχίζουν να το κάνουν, το υπόλοιπο 70% αντιμετωπίζει συνεχείς και απολύτως εξηγήσιμες αρρυθμίες.

Παρόλη την καθημερινή πίεση, την γενική έλλειψη ρευστότητας και κεφαλαίων κίνησης, τα γενικότερα προβλήματα και την περιρρέουσα κατήφεια, το εργοστάσιό σας συνεχίζει να παράγει και, με δεδομένο ότι βρίσκεστε στον λεγόμενο τομέα των «Διεθνώς Εμπορεύσιμων Αγαθών» (αυτόν που οικονομολόγοι λένε ότι χρειάζεται επειγόντως να αναπτυχθεί για να αυξηθούν οι εξαγωγές και να σωθεί η Ελλάδα) και αντιμετωπίζετε σκληρό ανταγωνισμό στην έδρα σας από ξένα προϊόντα, αντέχετε. Π.χ. οι αντίστοιχες γερμανικές βιομηχανίες έχουν κόστος δανεισμού 2% και εσείς 8%-10% «με το στανιό» και, όταν βρείτε χρηματοδότηση –σπάνιο αγαθό σήμερα– και παρόλα αυτά επιμένετε με επιτυχία εκμεταλλευόμενοι ότι οι Γερμανοί άρχισαν να αδιαφορούν για την –μικρή, πλέον– ελληνική αγορά. Ξεκινήσατε σιγά-σιγά και εξαγωγές. Κέρδη, βεβαίως, δεν έχετε πλέον –και ποιος έχει την σήμερον ημέρα; Αλλά οι ζημιές είναι υπό έλεγχο και σταθερά μειούμενες. Είδατε μάλιστα την απελπισμένη έκκληση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος για τον κίνδυνο δραματικής αποβιομηχάνισης της Βορείου Ελλάδας και την δραματική άνοδο των ζημιών στις περισσότερες επιχειρήσεις με τζίρο μέχρι 10 εκατ. ευρώ και είπατε ότι τουλάχιστον δεν είμαστε ακόμη εκεί.

Στο κρίσιμο ζήτημα της διαχείρισης του τραπεζικού δανεισμού νιώθατε συγκρατημένα ήρεμος, παρόλη την γενική ανησυχία που είχαν όλοι οι φίλοι σας επιχειρηματίες της περιοχής, που φοβούνταν κυρίως απρόβλεπτες συμπεριφορές υπερβάλλοντος ζήλου ή ευθυνοφοβίας μεσαίων τραπεζικών στελεχών που πιέζονται και αυτά για την εφαρμογή αφηρημένων κανόνων. Είστε ήρεμοι γιατί το 92% του δανεισμού σας είναι σε ενήμερη ρύθμιση και εξυπηρέτηση ύστερα από καλές και συνεργατικές συμφωνίες με τα κεντρικά στελέχη των τριών βασικών τραπεζών που συνεργάζεστε. Για το μικρό υπόλοιπο του 8% του δανεισμού με την τέταρτη «συστημική» τράπεζα περίπου το ίδιο, με δεδομένο ότι η τράπεζα έχει κάλυψη με προσημείωση μέρους των βιομηχανικών εγκαταστάσεων για το μέγιστο μέρος του ποσού, ενώ εκκρεμούσαν μερικές τεχνικές εκκρεμότητες μικρού ποσού τόκων που νομίζετε –ή σάς είχαν αφήσει να νομίζετε– ότι μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου θα γινόταν και αυτός ο διακανονισμός.

Και ξαφνικά, μια ωραία ημέρα, δηλαδή προχθές, ΑΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΤΑ, ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΜΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ και ΕΧΘΡΙΚΑ βλέπετε μια «Καταγγελία Σύμβασης Δανείων» με απαίτηση αποπληρωμής του συνολικού κεφαλαίου σε 10 ημέρες. Διαταγή άμεσης εκτέλεσης.
Τρελαίνεστε. Λέτε ήμαρτον, δεν είναι δυνατόν. Πειθαρχείτε τον εαυτό σας και πηγαίνετε στην Περιφερειακή Διοίκηση της τράπεζας και ζητάτε να δείτε τον τοπικό υπεύθυνο που υπέγραψε την καταγγελία της Σύμβασης. Χαμένος. Ζητάτε συνάντηση με την αντίστοιχη διεύθυνση στα κεντρικά στην Αθήνα. ΟΧΙ. Στην θέση του υπεύθυνου παρουσιάζεται τοπικός δικηγόρος της τράπεζας. Κάποιοι από τους συνεργάτες τους «ψελλίζουν» ανεπισήμως για «διαπραγματευτικά παίγνια» ή «γιατί στις άλλες τράπεζες έχετε δώσει μεγαλύτερη κάλυψη». Βρίσκεστε σε απόγνωση, εγκαταλείπετε όλες σας τις δουλειές του καθημερινού ωραρίου σας –που δεν είναι το nine to five, 9.πμ-5μμ, αλλά eight to nine, 8πμ-9μμ– και επειδή ξέρετε ότι σε αυτή την χώρα δεν υπάρχει Ανεξάρτητη Αρχή να βρείτε το δίκιο σας, ότι όλα πλέον έχουν γίνει χαώδη και «ζουγκλοειδή», σκεφτήκατε την τελευταία σας ελπίδα. Να τηλεφωνήσετε σε έναν Δημοσιογράφο, να πείτε κάπου το δίκιο σας.

Αυτό ακριβώς έκανε προχθές ο αδελφός μου –γιατί όλη η παραπάνω ιστορία τον περιγράφει επακριβώς. Είναι ο βασικός μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος της ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ, που έχει έδρα την Πάτρα και είναι μία βιομηχανική και εμπορική επιχείρηση ξυλείας με εργοστάσιο 20.000 τμ στην ΒΙΠΕ Πατρών και αντίστοιχο εμπορικό παράρτημα στα όρια της Πάτρας. Παράγει σύνθετη επικολλητική ξυλεία και πάνελς και είναι η μόνη εν λειτουργία βιομηχανία στην χώρα που παράγει αυτό το προϊόν. Η μεγαλύτερη βιομηχανία του κλάδου, η ΑΒΕΞ ΑΕ, πάλι στην Πάτρα, σταμάτησε την λειτουργία της πριν δύο χρόνια λόγω κρίσης. Άλλες υπολειτουργούν. Παρόλη την βαθειά κρίση στον τομέα των κατασκευών, η ΑΦΟΙ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΙ επέζησε και αναπτύσσει τις δραστηριότητές της έχοντας επιτύχει μακροχρόνια συμβόλαια με δύο από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές επιχειρήσεις ειδών οικιακής χρήσης στην Ελλάδα, προσπαθώντας επίσης εξαγωγές, ενώ συνεργάζεται με το Ερευνητικό Ινστιτούτο του Πολυτεχνείου Πατρών για νέες πιστοποιήσεις και νέα προϊόντα.

Ιδρύθηκε το 1953 από τον πατέρα μου, Ελευθέριο Βασιλόπουλο (1913-2002), που ήταν ένας τολμηρός επιχειρηματίας. Για 15 χρόνια αντιπρόεδρος του ΕΒΕΑ, πρόεδρος του Λιμενικού Ταμείου Πατρών και, σε συνδυασμό με την μακρόχρονη –από το1930– ξυλεμπορική παράδοση από την πλευρά της μητέρας μου, Ηλέκτρας Βασιλοπούλου (1925-2012), κατόρθωσε να γίνει μία μεσαία βιομηχανική επιχείρηση οικογενειακού χαρακτήρα, με αίσθηση «εσωτερικής αποστολής και δέσμευσης». Ήδη αναλαμβάνει σταδιακά τα ηνία της επιχείρησης η τρίτη γενιά.

Μια τέτοια επιχείρηση, σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα –και ιδίως στην Γερμανία, με το περίφημο Mittetstand, τις μεσαίες επιχειρήσεις– θα είχε ξεχωριστή μεταχείριση από τις σοβαρές τράπεζες («Declaration of Interest», όπως λένε οι αγγλοσάξονες συνάδελφοί μου δημοσιογράφοι.

Διακήρυξη ενδιαφέροντος, ελληνιστί. Στην εταιρεία, με επιθυμία του ιδρυτή της, εγώ και η αδελφή μου διατηρούμε πολύ μικρό, συμβολικό ποσοστό, χωρίς καμμία ανάμειξη ή απολαβή στις επιχειρηματικές πρακτικές της).

Στην σημερινή Ελλάδα, όμως, μια τέτοια παραγωγική επιχείρηση είναι έκθετη στα παιχνίδια τοπικών ή κεντρικών στελεχών μιας οποιασδήποτε τράπεζας. Σκέτος παραλογισμός. Αλλά αυτό δεν είναι το πιο μεγάλο θέμα. Θέλω –ακόμη– να πιστεύω ότι πρόκειται για μεμονωμένα λανθασμένες και άστοχες συμπεριφορές που δεν εκφράζουν την κεντρική Διοίκηση και τις Αρχές της τράπεζας και γι αυτό δεν αναφέρω το όνομά της.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου